ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, "Ο Νηφομανής", σελ. 51



ΤΟ ΜΟΡΦΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ

Κάποτε, ιστορεί ο Ηρόδοτος, είχαν σηκώσει πόλεμο οι σπαρτιάτες με τους αργείους για μια περιοχή. Θυρέα την έλεγαν. Στο τέλος συμφώνησαν να παρατάξει ο καθένας τριακόσιους οπλίτες, τους άριστους, κι όποιος νικήσει, όποιος τελειώνοντας η μάχη δηλαδή έχει τους λιγότερους νεκρούς, να πάρει τον τόπο και να σταματήσουν την αντιδικία. Η σφαγή άρχισε με το πρώτο φως. Και όταν έπεσε η νύχτα βρήκε ζωντανούς μόνο τρεις. Και από τα δύο στρατόπεδα.

Η αντίληψη του Σεφέρη για την ποίηση είναι δωρικότερη από τούτη την τραχύτητα των δωριέων στον πόλεμο. Γράφει:

"Να κάμεις ένα ποίημα είναι σα να οδηγείς στη μάχη δέκα χιλιάδες στρατό, κι ο αντίπαλος δέκα χιλιάδες, και να ξέρεις καλά πως για να νικήσεις πρέπει να σκοτώσεις όλους τους εχθρούς, αλλά πως φτάνει να χαθεί ένας και μόνο από τους δικούς σου, για να νικηθείς." (Μ2, 76)

Όσο και να ξεπερνά σε απανθρωπιά την αρχαία αίσθηση των Ηρακλειδών, που αντίκρυ σ' έναν κόσμο χαλύβδινο έταξαν μια ανάλογη βούληση για δύναμη και πράξη και έπλασαν το δωρικό ήθος, αυτή η αισθητική διατύπωση του Σεφέρη υπήρξε για την καλλιτεχνική του βούληση ό,τι το μαστίγιο για το άλογο.

Φαίνεται ότι υπάρχει κάτι αδυσώπητο, ταγμένο να κυριέψει και να απανθρωπίσει τον άνθρωπο, εάν τελικά του μέλλεται να γίνει πράγματι ποιητής και ν' αφήσει ένα ποίημα.

Αυτό το δράμα της έντασης, της πάγκαλα αποτρόπαιης, μας το δίνει το σχήμα του αγώνα του ποιητή για μια μεταμόρφωση όχι απλά πνευματική αλλά ζωική. Αυτή την εικόνα της μεταμόρφωσης ο Σεφέρης τη χρησιμοποιεί στην προσωπική του πάλη για την κατάκτηση της έκφρασής του. "Είμαι", λέει, "ένας άνθρωπος που βρίσκεται πάντα στο σημείο να γίνει άλλος, και δεν το περνά ποτέ αυτό το σημείο." (Μ2, 42)

Για τα δικά του στρατέματα Θυρέα είναι η έκφραση. Το σημείο που δεν το περνά είναι η μάχη για τη νίκη. Είναι ο αγώνας να σταθεί στο μεταίχμιο εκείνου του περίφημου "τρίτου είδους" που τόσο βασάνισε το Σολωμό.

Από την ιστορία της τέχνης γνωρίζουμε ότι στρατέματα χρησιμοποιούνται και σε μια άλλη περίπτωση για να οδηγήσουν τη δημιουργία στη χαρά της νίκης. Αυτή μάλιστα είναι άκρως ακραία. Κάποτε η Μπετίνα Μπρεντάνο έγραψε στο Γκαίτε για το Λουδοβίκο Μπετόβεν:

"Είδα λοιπόν τότε το πελώριο πνεύμα να οδηγεί το σύνταγμά του. Ω Γκαίτε, κανένας καίσαρας και κανένας βασιλιάς δεν έχει μια τέτοια συνείδηση κράτους, όσο εκείνος ο Μπετόβεν. Και πως όλες οι δυνάμεις εκπορεύουνται από τον ίδιο." (2)

Με το πλήθος των μυρίων ο Σεφέρης υπαινίσσεται ένα ολόκληρο πλήθος δημιουργικών στοιχείων που πρέπει να λειτουργήσουν σύντονα και πληρωτικά για να γεννηθεί το ποίημα. Τα δύο ακραία κέρατα αυτής της παράταξης για μάχη αρχίζουν από τις εφτά γλώσσες που πρέπει να ξέρει ο ποιητής, όπως έλεγε ο Έλιοτ, και τελειώνουν στο σημείο που αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη για τα όνειρα που βλέπει.

Στο εύρος αυτού του σχηματισμού έχουν λάβει τη θέση τους όλα τα ένοπλα είδη και γένη των όρων της ποίησης. Από τη γνώση και την αρετή ως την ευαισθησία και την έμπνευση.

Στη μυριάδα των εχθρών που πρέπει να πέσουν όλοι για να γεννηθεί το ποίημα αναγνωρίζεται η ισόποση δύναμη άρνησης που αντιμάχεται τη δημιουργία.

Τις ίλες και τους λόχους του στρατοπέδου των εχθρών τις αποτελεί ένα στίφος δυνάμεων διάλυσης, που αρχίζουν από την έμφυτη υστέρηση και τη γονιμική πενία του ποιητή, και φτάνουν ως τη χαλάρωση της ποιητικής ετοιμότητας, τις άτυχες επιρροές της ζωής και τα δυσμενή απρόοπτα όσα εκφυλίζουν το σπάνιο όταν ενσκήπτει, διακόπτουν τις καταλαμπές, και ματαιώνουν την άγρα του στιγμικού αιώνιου.

Ολόκληρο αυτό το στρατηγικό συντονισμό ο Σεφέρης τον ονομάζει απλά αγώνα για την έκφραση.

Η ανανέωση της μορφής, που είναι το πρώτο άρθρο στη νομοθεσία της έκφρασης, αποτελεί τη συνεισφορά του Σεφέρη στην ελληνική ποίηση.

Όσο η λάμψη της προσπάθειάς του είναι αλαμπής, και όσο η απόπειρα του ατόμου γίνεται περιπέτεια του καιρού του, καθώς την αρπάζει η ανέμη του ομαδικού πνεύματος, τόσο περισσότερο ξεχωρίζει στη μέση του πελάγου των αναζητήσεων το πρωτοποριακό του στίγμα. Λόγος που ερμηνεύει, γιατί η ποίησή του θα τοποθετηθεί στο κέντρο της γενιάς του '30.

Ο Σεφέρης δεν αλλάζει τη ρότα της ποιητικής μας πορείας συνειδητά. Παρότι εξωτερικά φαίνεται ότι έτσι έχουν τα πράγματα, εντούτοις το πεδίο του απώτερου βάθους προσφέρει ένα θέαμα αιτιών και παρορμήσεων που είναι ανυποψίαστες στον ίδιο. Τουλάχιστον ως την εποχή που θα κερδίσει καθαρή την εικόνα της αυτογνωσίας του. "Τώρα πια - αυτές τις μέρες έκλεισα τα πενήντα - ξέρω τι είμαι." (Μ5, 153)