ΣΑΠΦΩ "ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ"


















Σε στολισμένο θρόνο εσύ που κάθεσαι
και πλέκεις δόλους, Αφροδίτη αθάνατη,
μη βασανίζεις την ψυχή μου, Δέσποινα,
μ’ έγνοιες και βάσανα•
μόν’ έλα εδώ, όπως ήρθες κι άλλοτε,
που από μακριά το κάλεσμά μου τα’ άκουσες
κι αφήκες το παλάτι του πατέρα σου,
κι έζεψες να ’ρθεις
το χρυσό σου το αμάξι. Κι όμορφα σου το ‘σερναν
γοργά στρουθιά φτεροκοπώντας σβέλτα
από ψηλά, στη μαύρη γης ολόγυρα,
μες στον αιθέρα.
Σε λίγο φτάσαν. Τότε εσύ, ω μακάρια,
με την αθάνατη όψη χαμογέλασες
και ρώτησες σαν τι έχω πάθει πάλι, γιατί σε κράζω•
τι λαχταράει η καρδιά μου η ξέφρενη
τόσο πολύ• ποιαν η Πυθώ γυρεύεις,
Ψάπφα, να φέρει πάλι την αγάπη σου,
Σαν ποια σ’ αδίκησε;
Φεύγει; Σε λίγο θα σε κυνηγήσει•
Δεν παίρνει δώρα; Γρήγορα θα δώσει•
Δεν αγαπά; Σε λίγο θ’ αγαπήσει,
Θέλει δε θέλει!
Έλα, θεά, και τώρα, γλίτωσέ με
απ’ τη βαριά την έγνοια, κάνε-μού-τα
τά ποθεί η καρδιά να γίνουν, έλα ατή-σου
διαφέντεψέ-με!

(απόσπ. 1 Lobel-Page, μτφρ. Ι.Θ. Κακριδής