Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Αφροδίτη και Άδωνις:















"Καθώς ο ήλιος με όψη πορφυρή
Τη δακρυσμένη μέρα αποχαιρετά,
Ο ροδαλός Άδωνις τον πιέζει να βιαστεί,
Του κυνηγιού εραστής, τον έρωτα περιγελά.
Η ερωτευμένη Αφροδίτη βιαστική,
Σαν παράτολμος μνηστήρας τον πολιορκεί.


«Τρισομορφότερε από μένα», ξεκινά,
«Πρώτο άνθος του αγρού, πλάσμα μοναδικό.
Που τις νύμφες επισκιάζεις σ’ ομορφιά,
Πιο κόκκινο από ρόδο, από περιστέρι πιο λευκό,
Όταν σ’ έφτιαξε η φύση έβγαλε διαταγή,
Ο κόσμος να τελειώσει μόλις χαθείς εσύ.

Για καταδέξου να κατεβείς από τ’ άλογό σου,
Και το ωραίο κεφάλι του δέσε εδώ κοντά.
Αυτή τη χάρη αν μου κάνεις, το έπαθλό σου
Θα ‘ναι να μάθεις χίλια μυστικά γλυκά.
Έλα κάθισε εδώ, που φίδι δεν περνά,
Και μόλις βολευτείς, θα σε πνίξω στα φιλιά.

Μα μην αφήσεις να χορτάσουνε τα χείλη,
Στην αφθονία να πεινάνε πιο πολύ,
Το χρώμα μια κόκκινο μια ωχρό ποικίλει,
Ένα σαν είκοσι, δέκα σαν ένα σου φιλί.
Η μέρα του καλοκαιριού μοιάζει μικρή,
Με ασχολία τόσο διασκεδαστική.

Με τόση ορμή ο πόθος την οπλίζει,
Που από το άλογό του τον γκρεμίζει.
Του αγέρωχου αλόγου τα γκέμια αρπάζει,
Με το άλλο χέρι το γλυκό παιδί κρατά,
Που όλο περιφρόνηση μορφάζει,
Για ερωτικά παιχνίδια, όρεξη καμιά.
Κόκκινοι και οι δυο, αυτή φωτιά αναμμένη,
Αυτός από ντροπή, σαν πάγος μένει.

Το χαλινάρι περνάει σε ένα κλαδί
Αμέσως, ο έρωτας δεν περιμένει,
Και τώρα που το άλογο έχει δεθεί
Τον καβαλάρη να δέσει απομένει.
Τον σπρώχνει πίσω με όλη τη δύναμή της,
Να ‘ταν στη θέση του, δεν φτάνει η θέλησή της.

Μόλις πέφτει, πέφτει δίπλα του κι εκείνη,
Και οι δυο σε γοφούς κι αγκώνες στηριγμένοι,
Το μάγουλο του πιάνει, μα δεν την αφήνει
Αυτός, την αποπαίρνει, μα επιμένει,
«Όσο αποπαίρνεις», λέει μέσα στα φιλιά,
«Αυτά τα χείλη θα στα κρατώ κλειστά».

Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλλη.