Θα έρθω, μου κράζεις...

 Θα έρθω, μου κράζεις, μου κράζεις, για να δεις με τα βλέμματά μου αυτό που μόνος σου δεν μπορείς. Φωνή γυναικεία, όλο γλύκα και δύναμη, η απέραντη θαλπωρή της εστίας, το μειδίασμα του μακρινού νησιού με το μεθυστικό χυμό των αμπελιών και τον ήλιο να καίει το ηλιοκαμένο μέτωπο των θεριστάδων, η ίδια η αποκρυστάλλωση της μειλίχιας πρόθεσης, με το χλωμό πρόσωπο και τα λεπτά χείλη, και τα μάτια της που ατένιζαν το επερχόμενο.
Θα σε βρω - κράζεις στην πιο συγκλονιστική ομολογία της μαρτυρίας σου - πέρα από την διάρκεια και την χρονικότητα, άρα και πέρα από τον θάνατο, σε άλλη δομή της ζωής και σε κάποια άλλη μορφή του κόσμου, για να σου εμπιστευτώ την λαχτάρα της παλιννόστησης σ' εστία λατρεμένη.
 Ανάμνηση που σε κουβαλάω μέσα μου, χωρίς να το ξέρω, χιλιάδες χρόνια, μετακινούμενος προς την ύπαρξη από την τέλεια ανυπαρξία, στην ποικίλη διαδοχή των όντων και των προσωπείων τους, που μ' εγκαλούν, για να με ενσαρκώσουν.


 Μιχάλης Μιχαλακόπουλος